ἀπόνηθ

ἀπόνηθ
ἀπόνηθ, ἀπονήμενος: see ἀπονίνημι.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἀπόνηθ' — ἀπόνητα , ἀπόνητος without toil neut nom/voc/acc pl ἀπόνητε , ἀπόνητος without toil masc/fem voc sg ἀ̱πόνητο , ἀπονέομαι go away plup ind mp 3rd sg (doric aeolic) ἀ̱πόνηται , ἀπονέομαι go away perf ind mp 3rd sg (doric aeolic) ἀ̱πόνητο , ἀπονέω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”